Τοπικές Κοινωνίες & Μνημεία

Ανιχνεύοντας τις σχέσεις ανθρώπων και μνημείων

Το επιγραφικό μουσείο συνομιλεί (;) με τη γειτονιά του

with one comment

Τι είναι το Επιγραφικό Μουσείο και πού ακριβώς βρίσκεται; Είναι τα μουσεία νησίδες ή αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους; Πότε η επαφή με το κοινό γίνεται συμμετοχή και διάδραση; Με αφετηρία τέτοιου είδους ερωτήματα, το Επιγραφικό Μουσείο ανοίγει έναν διάλογο με τη γειτονιά και την τοπική κοινωνία”…

Με μια τέτοια προγραμματική δήλωση είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντισταθείς στη συμμετοχή στις εκδηλώσεις, που διοργάνωσε το Επιγραφικό Μουσείο στο κτήριο του στην οδό Τοσίτσα την περασμένη εβδομάδα.

Φώτα, μουσικές, παραμύθια, δωρεάν ημερολόγια με τους αττικούς μήνες, ωραία εκπαιδευτικά με ζωντανή αναπαραγωγή αρχαίας μουσικής, μπισκότα φτιαγμένα με αρχαία συνταγή, μια χλιαρή ταινία για τη ζωή του Ν. Λαπαθιώτη αλλά και ενδιαφέροντα οπτικά installations ήταν κάποια από τα πράγματα που είδαν όσοι πήγαν στο μουσείο την Παρασκευή 05.02.2010. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να πάω και την επόμενη, οπότε τα παρακάτω βασίζονται στην εμπειρία αυτής της πρώτης ημέρας.

Ομολογώ ότι ήταν μια εντυπωσιακή κίνηση, από αυτές που θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένες, αλλά σπάνια εμφανίζονται στην αθηναϊκή πραγματικότητα. Πόσω μάλλον όταν προέρχεται από το κρυμμένο και παραγκωνισμένο Επιγραφικό Μουσείο, που αδικείται λόγω της στριφνής παρουσίασης του υλικού του αλλά και γειτνίασης με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και τους 2.000.000 επισκέπτες του το χρόνο.

Ποιος όμως ο στόχος; Από το δελτίο τύπου μαθαίνουμε πώς σκοπός της εκδήλωσης είναι η «παρουσία», η «συμμετοχή», η «αλληλεπίδραση» του κοινού με το μουσείο, δηλαδή ένα «θεωρητικό» και «πρακτικό» ««άνοιγμα» του μουσείου σε έναν διάλογο με την τοπική κοινωνία και τη γειτονιά» του. Όλα αυτά πολύ καλά. Ταυτίζονται άλλωστε με τάσεις και πρακτικές σε διεθνές επίπεδο, που στοχεύουν σε ανθρωποκεντρικά και όχι αντικειμενοκεντρικά happenings και εκθέσεις. Να στήνεις δηλαδή μια ερμηνεία και μια αφήγηση των ευρημάτων σου, που να απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι σε ειδικούς, και να καλείς τον κόσμο να δει από τη δική του σκοπιά τις αρχαιότητες, ως κάτι εύκολα κατανοητό και πιθανά οικείο στο μέλλον.

Και αν είναι -σχετικά- εύκολο να ανοίξεις τις πόρτες ενός μουσείου (που κατά τις υπόλοιπες ημέρες είναι αμπαρωμένο και πρέπει να χτυπήσεις το κουδούνι για να σου ανοίξουν οι φύλακες) πόσο πραγματοποιήσιμο είναι να φέρεις κοντά και μέσα σε αυτό την «τοπική κοινωνία και τη γειτονιά»; Και μετά σε αυτό πόσο δυσκολότερη είναι η συμμετοχή της, ειδικά όταν μιλάμε για μια γειτονιά ‘δύσκολη’, όπως χαρακτηρίζει λακωνικά την οδό Τοσίτσα, το δελτίο τύπου.

Αλλά ας πάρουμε πρώτα τις εγγενείς δυσκολίες. Όλοι όσοι ζουν στη Αθήνα και γνωρίζουν το κέντρο, ξέρουν πως η οδός Τοσίτσα είναι γενικά ένας εφιαλτικός τόπος διακίνησης ουσιών, που ενοικείται από ανθρώπινα ράκη, που αναζητούν πολύ λιγότερα από τη γνώση των αρχαιοτήτων. ‘Πρέζα’ κάθε τύπου διακινείται ελεύθερα ενώ τα ‘ντήλια’ είναι καθημερινά, λίγα μέτρα μακρυά από την μόνιμα σταθμευμένη κλούβα των ΜΑΤ στην Μπουμπουλίνας έξω από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Τα αποτελέσματα είναι μερικές φορές τραγικά, αφού για παράδειγμα ένα μεσημέρι του Απριλίου του 2008, ένας μοτοσυκλετιστής που ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, παρέσυρε και σκότωσε την επίτιμη διευθύντρια αρχαιοτήτων Ηώ Ζερβουδάκη, που έβγαινε από το Επιγραφικό Μουσείο.

Η κατάσταση, φαίνεται πώς επιδεινώθηκε 2004 και τον εκπατρισμό αυτών των ναυγισμένων ανθρώπων από την πλατεία Ομονοίας, για χάρη του καλού προσώπου των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά μάλλον πρέπει να ήταν από παλιά ένα από τα κέντρα συγκέντρωσης νέων και ενδεχομένως διακίνησης, όπως φανερώνει και ένα δίστιχο του Π. Σιδηρόπουλου*.

Μέσα σε μια τέτοια λοιπόν κατάσταση, η τοπική κοινωνία ήταν αδύνατο να προσέλθει σύσσωμη. Αντίθετα αυτοί που προσήλθαν, αρχαιολόγοι και άλλοι ειδικοί κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι περισσότεροι με τις οικογένειες τους, περνούσαν μάλλον με κάποια αγωνία ανάμεσα από αυτήν τη σερνόμενη παρακμή για να φτάσουν στο μουσείο, και φαντάζομαι όχι γιατί οι ένοικοι της οδού Τοσίτσα, δε θα παρευρίσκονταν στο ραντεβού που τους έδωσε το Επιγραφικό Μουσείο.

‘Πολυσυλλεκτική γιορτή’ επομένως επετεύχθη αλλά αναφορικά με εκείνους που διαμόρφωσαν την αισθητικά άρτια έκθεση -το Πολυτεχνείο, οι γραφίστες και καλλιτέχνες γείτονες, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το Ιστορικό Αρχείο και οι υπόλοιποι που αποτελούν σαφέστατα τμήμα της γειτονιάς- και όχι με εκείνους που συμμετείχαν. Σαν ένα ωραίο πάρτυ που κάνει κανείς για να προσκαλέσει τους φίλους του και να πει τα νέα του. Και αυτό δεν είναι σε καμιά περίπτωση κατακριτέο. Ιδιαίτερα σε μια συγκυρία σαν την τωρινή, που πολλά μουσεία παραμένουν κλειστά και τα πρωινά ή με μειωμένα ωράρια λόγω έλλειψης προσωπικού και κονδυλίων. Αλλά όταν προεξαγγέλλεις συμμετοχή, δε μπορείς να αποκλείεις.

Για να επιστρέψουμε όμως στη συμμετοχή: Η συμμετοχή του κοινού γενικά είναι μια έννοια που τη συναντά κανείς πολύ συχνά στις θεωρητικές αναζητήσεις και τις συζητήσεις στον χώρο της μουσειολογίας και της διαχείριση των μνημείων. Πέρα από το ‘ελάτε να σάς μάθουμε, να σάς εκπαιδεύσουμε’ (deficit model, όπως το ονόμασε ο Merriman (2001)), που είναι η βάση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και των υπολοίπων ‘φιλικών προς τον χρήστη’ διαδικασιών, υπάρχει μια περισσότερο διαδραστική προσέγγιση, και αυτό είναι το ‘να έλθετε για να συζητήσουμε για τις αρχαιότητες και το παρελθόν, να ρωτήσετε και να πείτε τη γνώμη σας, και βάσει ενός κοινού παρονομαστή να δημιουργηθεί ένα αφήγημα, που να ταιριάζει πέρα από τις επιστημονικές ανάγκες, στις ανάγκες των πολιτών και των καιρών’. Η δεύτερη διαδικασία αν και ακούγεται αρκετά φρόνιμη και συμπληρώνει πολλά κουτάκια ‘ευαισθητοποίησης για το κοινό και βελτίωσης κοινωνικής αξίας’ -απαραίτητες συσνιστώσες για μια ευρωπαϊκή χρηματοδότηση- είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί πρακτικά. Και αυτό γιατί πρέπει να προηγηθεί μια σχετική έρευνα και να απαντηθούν ανάμεσα στα άλλα ερωτήματα για το ποια είναι η εκάστοτε τοπική κοινωνία, πόσο ορατή είναι, ποιο είναι το συγχρονικό περικείμενο της, ποιες ομάδες σε αυτήν κατέχουν τον ηγεμονικό λόγο και ποιες είναι περιθωριοποιημένες, πόσο δύνανται και θέλουν να ανακατευτούν σε μια τέτοια διαδικασία, που τέλοσπάντων δε θεωρείται και πρωταρχική ανάγκη.

Επιπλέον, η συμμετοχή είναι μια διαδικασία, θα έλεγα, ‘άχαρη’. Αν και θεωρείται προτεραιότητα θεωρητικά, δεν υπάρχουν πολλά εγχειρίδια και πεπατημένες, η κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη, ενώ επιπλέον μπορεί να αντιμετωπίσεις από ενάντιες ως επιθετικές στάσεις, που διαλύουν το διάλογο και εκθέτουν την αξιοπιστία σου μπροστά στα μάτια των υπολοίπων. Φανταστείτε για παράδειγμα να πρέπει να συνεννοηθείς με ομάδες ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων και θρησκειών, που μιλούν άλλες γλώσσες ή έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις και ενδεχόμενα δεν έχουν μεταξύ τους τις καλύτερες των σχέσεων. Ακόμα, όλα αυτά τα σχετικά δεδομένα, που θα συγκεντρωθούν χρήζουν στη συνέχεια συστηματικής ανθρωπολογικής-εθνογραφικής και κοινωνιολογικής επεξεργασίας, πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί το προϊόν αλλά και η βελτιωμένη έκδοση για την προσέγγιση της συμμετοχής.

Τι θα μπορούσε να γίνει, εάν επιλεγόταν ο δύσκολος δρόμος;

Μια ιδέα θα ήταν να επιλεγεί κάποιο ‘τοπικό’ θέμα, το οποίο να συνδυαστεί με στοιχεία από το μουσείο. Αρχεία και η ιστορία της οδού Τοσίτσα για παράδειγμα, που κάθε άλλο παρά φτωχή είναι αν αναλογιστεί κανείς τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ρόλο του Πολυτεχνείου στον εμφύλιο και στην εξέγερση των φοιτητών, τις φυλακίσεις στο γειτονικό κτήριο της ΕΣΑ κατά τη διάρκεια της Χούντας, την ύπαρξη του γειτονικού νομισματικού μουσείου (μέχρι το 1999) αλλά και άλλα μικρότερα στοιχεία όπως το μόνιμα βανδαλισμένο γλυπτό του Κ. Σεφερλή (1951), που απεικονίζει τη ρητορική αλληγορία της Bόρειας Ηπείρου και κοροϊδευτικά ονομάζονταν «η φώκια», λόγω της στάσης του. Αλλά και από την άλλη, γιατί να μην συνεργαστεί κανείς με έναν οργανισμό αποτοξίνωσης και να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, για τους ανθρώπους, που θα επιλέξουν να αφήσουν πίσω τον εφιάλτη της Τοσίτσα;

Όπως και να έχει, ευχόμαστε καλή τύχη σε τέτοιες προσπάθειες νέων-στο-μυαλό ανθρώπων, που δεν περίμεναν χρηματοδότηση του Υπουργείου αλλά και ούτε κάποια περιλάλητη ευρωπαϊκή βοήθεια και αναμένουμε τη συνέχεια.

Η συμμετοχή είναι ένα δύσκολο πράγμα, άχαρο και μερικές φορές επικίνδυνο. Είναι όμως και από τα λίγα που έχουν νόημα, για μια αρχαιολογία που δε θα ενημερώνει απλά αλλά θα κάνει και καλό στο κοινωνικό σύνολο.

* “Σ’ ένα παγκάκι στο μουσείο σε μια γωνιά/ μου ‘πε κλατάρω δεν αντέχω άλλο πια”

Π.Σιδηρόπουλος, Το 69’

Δείτε και αυτό: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=521636

Ένα Σχόλιο

Subscribe to comments with RSS.

  1. Πραγματικά ήταν μια πρωτοπόρα προσπάθεια που μάλλον δεν κατάφερε να κατάφερε να αναπτύξει αμφίδρομη επαφή με τη γειτονιά, τη συνομιλία με το μωσαϊκό των ανθρώπων της περιοχής, κατοίκους των εξαρχείων έως και τοξικομανείς, βαποράκια, μετανάστες κ.λπ

    Όμως, αν σκεφτούμε ότι κάποιοι τόλμησαν για μια τέτοια προσπάθεια σε ένα μουσείο εσωστρεφές, στραμμένο στο πολύτιμο αλλά όχι αβανταδόρικο αντικείμενο των επιγραφών, εκεί που οι αρχαιολόγοι μέχρι τώρα ήξεραν μόνο να είναι αυστηρά επιστήμονες – επιγραφολόγοι και όχι κοινωνοί του έργου τους στο ευρύ κοινό, τότε πιστεύω ότι έχει αξία μόνο και που διατύπωσαν αυτή την πρόθεση της συνομιλίας. Είχαν πιστεύω δύο διακριτές συνιστώσες δυσκολιών: το να ανοίξουν το Μουσείο, να το γνωρίσουν στο ευρύ κοινό και από την άλλη να προσεγγίσουν τη γειτονιά. Όλα «δύσκολα», δύσκολο μουσείο, δύσκολη γειτονιά. Ας πούμε ότι αυτή τη φορά κέρδισαν το στοίχημα απολύτως στο πρώτο σκέλος. Η αρχή είναι να συστήσεις τον ευατό σου. Πρώτα δηλαδή το μουσείο θα νιώσει άνετα με τον ευατό του εκθέτοντάς το προς τα έξω, και αν αυτή η προσπάθεια καθιερωθεί και συνεχιστεί πιστεύω ότι είναι ζήτημα χρόνου να επιδιώξει και να επιτύχει την πραγματική συνομιλία, διάλογο με την τόσο ιδιάζουσα γειτονιά του. Σίγουρα όμως είναι προαπαιτούμενο να αποκτήσει και το ίδιο το Επιγραφικό Μουσείο εξοικείωση με τον κόσμο και να μάθει πως θα μεταφέρει στους μη ειδικούς την αξία του.

    Απαιτείται χρόνος για να ωριμάσει το εγχείρημα.

    Το κείμενό σου βάζει τον προβληματισμό για την συμμετοχή, την αμφίδρομη, ισότιμη σχέση μουσείου και επισκεπτών/ γειτόνων. Πολύ καλό!

    Μαρια Κονιώτη

    Φεβρουαρίου 17, 2010 at 4:29 πμ


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: